09 February 2022, Bavaria, Vilseck: Military vehicles of the U.S. Army stand on the grounds of the Grafenwoehr military training area. The U.S. Army is transferring around 1,000 soldiers including tanks and military vehicles from its base in Vilseck in the Upper Palatinate to Romania. Photo: Armin Weigel/dpa (Photo by Armin Weigel/picture alliance via Getty Images)

Πηγή: Jacobin America Latina (14.3.2022) | Μετάφραση: Α.Λ.

Ο αχαλίνωτος μιλιταρισμός στον απόηχο της 11ης Σεπτεμβρίου δεν ανέχτηκε τη διαφωνία. Ένας παρόμοιος σωβινιστικός οίστρος επιμένει σήμερα ότι η κριτική της δυτικής εξωτερικής πολιτικής και οι εκκλήσεις για διπλωματία ισοδυναμούν με προδοσία.

Κάθε φορά που ο πόλεμος ή οι γεωπολιτικές εντάσεις πυροδοτούν τον πατριωτικό οίστρο, υπάρχουν πάντα προσπάθειες από ορισμένες πλευρές να προσπαθήσουν να καταπνίξουν τη διαφωνία, να ισοπεδώσουν τις αποχρώσεις και το ιστορικό πλαίσιο σε μια απλή ασπρόμαυρη αφήγηση και να χρησιμοποιήσουν τη στιγμή για να ξεκαθαρίσουν λογαριασμούς και να προωθήσουν την καριέρα τους.

Η τελευταία φορά που το ζήσαμε αυτό στη Δύση ήταν πριν από είκοσι και πλέον χρόνια, όταν η οργή για τη θηριωδία της 11ης Σεπτεμβρίου οδήγησε γρήγορα σε ένα μιλιταριστικό κλίμα, στο οποίο μόνο οι πιο ακραίες και επικίνδυνες στρατιωτικές αντιδράσεις ήταν αποδεκτές. Οι πιο τυχεροί από εκείνους που αντιδρούσαν ή που συνιστούσαν ηρεμία, σύνεση και  ειρηνικές λύσεις, χλευάστηκαν και αγνοήθηκαν. Τους λιγότερο τυχερούς τους αποκάλεσαν προδότες και συμπαθούντες την τρομοκρατία, ακόμη και τρομοκράτες, και κατηγορήθηκαν για απιστία και πρόκληση βλάβης στη χώρα, καθώς ο πρόεδρος προειδοποιούσε ότι «ή είσαι μαζί μας ή είσαι με τους τρομοκράτες».

Όσοι παρέκκλιναν με οποιονδήποτε τρόπο από την εγκεκριμένη γραμμή –συμπεριλαμβανομένων όσων διερευνούσαν τα κίνητρα των τρομοκρατών και των υποστηρικτών τους– κατηγορήθηκαν ότι «εκλογίκευαν την υποστήριξη προς αυτούς τους γεμάτους μίσος φανατικούς», ότι διέδιδαν την προπαγάνδα τους, ότι ήταν «κατευναστές» και δέχτηκαν επιθέσεις, λογοκρισία, ακόμη και απολύσεις. Οι δεξιοί αρθρογράφοι πανηγύριζαν ότι «τα τμήματα της Αριστεράς που αντιτίθενται [στη στρατιωτική δράση] θα ακολουθήσουν τον δρόμο των America Firsters (1) κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου».

Το αποτέλεσμα ήταν μια σειρά από καταστροφές και παράλογες πολιτικές επιλογές για τις οποίες όλοι οι λογικοί άνθρωποι εξέφρασαν τη λύπη τους. Στο εξωτερικό, επενδύθηκαν οκτώ τρισεκατομμύρια δολάρια από τον πλούτο των ΗΠΑ σε έναν «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», που κατέστρεψε δύο χώρες, η μία εκ των οποίων δεν είχε καμία σχέση με την επίθεση, και σκότωσε σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους παγκοσμίως (πάνω από επτά φορές ο αριθμός των Αμερικανών που πέθαναν στις 11/9), ενώ εκτόπισε 38 εκατομμύρια. Η αμερικανική κυβέρνηση δημιούργησε ένα παγκόσμιο σύστημα με μπουντρούμια βασανιστηρίων, στους κρατουμένους των οποίων συμπεριλαμβάνονταν αθώοι άνθρωποι που είχε κατά λάθος απαγάγει, και τραυμάτισε ολόκληρες κοινωνίες με μη επανδρωμένα αεροσκάφη-δολοφόνους και μυστικά τάγματα θανάτου, που εξαφάνισαν ολόκληρες οικογένειες και χωριά με ένα χτύπημα, χωρίς προειδοποίηση. Μετά από δεκαετίες, όλα αυτά θεωρήθηκαν, σχεδόν καθολικά, ως ένα τρομερό και επαίσχυντο λάθος.

Είκοσι χρόνια αργότερα γινόμαστε μάρτυρες μιας πολύ παρόμοιας ακολουθίας γεγονότων, που διαδραματίζονται με δυνητικά ακόμη πιο τρομερές συνέπειες.

Ένας πόλεμος κατά της διαφωνίας

Καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης στην Ουκρανία –όταν η Μόσχα άρχισε να συγκεντρώνει στρατεύματα στα σύνορά της και στη συνέχεια εξαπέλυσε πόλεμο– οι πολιτικοί στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο αξιοποίησαν την παγκόσμια κατακραυγή για τις ενέργειες του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν, για να στραφούν εναντίον των επικριτών τους και των αριστερών πολιτικών τους αντιπάλων. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο ηγέτης των Εργατικών Κιρ Στάρμερ, την απογοητευτική θητεία του οποίου απασχόλησε κυρίως ένας πόλεμος φατριών στην αριστερά του κόμματός του, κατηγόρησε αρχικά το συνασπισμό Stop the War (του οποίου αντιπρόεδρος, παρεμπιπτόντως, είναι ο προκάτοχος που ο Στάρμερ εκκαθάρισε από το κόμμα, Τζέρεμι Κόρμπιν) για «ενεργή υποστήριξη αυταρχικών ηγετών που απειλούν άμεσα τις δημοκρατίες» και για «επίδειξη αλληλεγγύης στον επιτιθέμενο».

Έκτοτε, ο Στάρμερ απείλησε με παύση τους έντεκα βουλευτές των Εργατικών που υπέγραψαν ανοιχτή επιστολή, αν δεν αποσύρουν τα ονόματά τους και δήλωσε ότι «δεν θα υπάρξει θέση σε αυτό το κόμμα για ψευδείς εξισώσεις μεταξύ των ενεργειών της Ρωσίας και των ενεργειών του ΝΑΤΟ». Ένα στέλεχος των Εργατικών τους αποκάλεσε «φερέφωνο του Κρεμλίνου». Όταν η νεολαία του κόμματος επέκρινε τον Στάρμερ για «υποδαύλιση της έντασης, στάση σκληρού αρσενικού και προσπάθεια να “ξεπεράσει” τους Συντηρητικούς στην “γερακίσια” εξωτερική πολιτική τους», ο Στάρμερ ακύρωσε το ετήσιο συνέδριό της, περιόρισε την πρόσβαση στον λογαριασμό της στο Twitter και διέκοψε τη χρηματοδότησή της.

Μια παρόμοια εκστρατεία φαίνεται να αναπτύσσεται στις ΗΠΑ. Αφού η οργάνωση Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA) εξέδωσε μια ανακοίνωση για την εισβολή του Πούτιν που κατέληγε σε κριτική στο ΝΑΤΟ και το δυτικό ιμπεριαλισμό, μια ομάδα Δημοκρατικών που χρηματοδοτείται από εταιρείες και έχει μακροχρόνια εχθρότητα προς την αμερικανική Αριστερά, έσπευσε να μετατρέψει την ανακοίνωση σε εθνικό δράμα. Την ίδια στιγμή, ο Μάικ Γκουίν, διευθυντής ταχείας αντίδρασης του Λευκού Οίκου (White House rapid response director), κατήγγειλε μια προηγούμενη δήλωση ως «επαίσχυντη». Σύμφωνα με την New York Post, οι σοσιαλιστές επέλεξαν να «κατηγορήσουν τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία», ενώ ένα ξεχωριστό δημοσίευμα τους κατηγορούσε ότι «δικαιολογούν τον Πούτιν».

Ακολουθούν εβδομάδες εμπρηστικής ρητορικής των τμημάτων των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης που πρόσκεινται στους Δημοκρατικούς και καταγγέλλουν προσωπικότητες της Δεξιάς, όπως ο Τάκερ Κάρλσον και ο Τζος Χόλεϊ (αλλά και την πρώην εκπρόσωπο των Δημοκρατικών Τούλσι Γκάμπαρντ) για απιστία, επανάληψη της προπαγάνδας του Κρεμλίνου, συμπόρευση με τον εχθρό κλπ. Η αλήθεια είναι ότι η ίδια η Γκάμπαρντ είναι ένα γεράκι του πολέμου κατά της τρομοκρατίας (την οποία έχω επικρίνει πολλές φορές), και οι Χόλεϊ και Κάρλσον είναι και οι δύο αντιδραστικοί δημαγωγοί, ο τελευταίος, μια ιδιαίτερα επιβλαβής φωνή στον αμερικανικό λόγο. Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να επισημάνουμε το γεγονός ότι ο Κάρλσον έχει πει πολλές ανοησίες για το θέμα, όπως όταν χαρακτήρισε την αρχική εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία ως απλή «συνοριακή διαμάχη».

Όμως, είναι σημαντικό ότι πολλές από αυτές τις κατηγορίες Μακαρθικού τύπου δεν αναφέρονταν σε αυτό, αλλά στη λογική θέση του Κάρλσον σχετικά με το τι θα έπρεπε να κάνει η Ουάσινγκτον σχετικά με την Ουκρανία – δηλαδή να μην πάει σε πόλεμο. Το ίδιο ισχύει και για όλους τους άλλους που δέχονται επίθεση εδώ. Οι δηλώσεις της Γκάμπαρντ που θεωρήθηκαν επαίσχυντες, υποστήριζαν ότι, οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας θα γυρίσουν μπούμερανγκ στους Αμερικανούς καταναλωτές και ενδεχομένως θα οδηγήσουν σε στρατιωτική κλιμάκωση και ότι η καλύτερος δρόμος θα ήταν να «αποσύρουμε το ΝΑΤΟ από το τραπέζι συζητήσεων για την Ουκρανία» και να αποτρέψουμε τον πόλεμο.

Η ανακοίνωση της οργάνωσης DSA, που προκάλεσε τόση οργή στην Ουάσιγκτον, δεν ήταν άψογη, ωστόσο καταδίκαζε σαφώς την εισβολή του Πούτιν και το βασικό της σημείο –η απαίτηση να μην υπάρξει περαιτέρω κλιμάκωση, υποδοχή των προσφύγων και διπλωματική λύση– ήταν εξαιρετικά λογικό και αποτελούσε σαφώς μέρος της αγανάκτησης. «Είμαι βέβαιος ότι τα λόγια σας δεν σημαίνουν τίποτα για τους Ουκρανούς, αλλά οι αντιαρματικοί πύραυλοι και οι σφαίρες σημαίνουν», δήλωσε σε απάντηση ο γερουσιαστής της Πενσυλβάνια Κόνορ Λάμπ.

Από την πλευρά του, ο Μάικ Γκουίν, ο αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, φάνηκε να πιστεύει ότι το «επαίσχυντο» σημείο στην ανακοίνωση της οργάνωσης ήταν ότι αποκάλεσε την επανάσταση του Euromaidan του 2014 «πραξικόπημα» – αμφιλεγόμενος χαρακτηρισμός, αναμφίβολα, αλλά όχι παράλογη περιγραφή του τι συνέβη, ειδικά δεδομένης της ευρείας χρήσης της λέξης αυτής για να περιγράψει τα πολύ παρόμοια γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου 2021 [στο Καπιτώλιο].

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τη ανακοίνωση του συνασπισμού Stop the War, στην οποία ο Κιρ Στάρμερ επιτέθηκε επειδή «επιδεικνύει αλληλεγγύη» στον Πούτιν και ένα «ενστικτώδες αντανακλαστικό» ότι κάθε αντίπαλος της Δύσης έχει δίκιο, παρέχοντας ένα «προπέτασμα καπνού» στην καταστολή που εφαρμόζει η Μόσχα.

Ποιός είναι ο λόγος για αυτές τις εμπρηστικές κατηγορίες; Είναι απλώς μια άμεση δήλωση εναντίωσης στον πόλεμο του Πούτιν, σε συνδιασμό με κριτική της βρετανικής κυβέρνησης για την απόρριψη μιας διπλωματικής λύσης στις κλιμακούμενες ενέργειές της και μια έκκληση να σταματήσει η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς για να αντιμετωπιστούν οι ρωσικές ανησυχίες για την ασφάλεια, με παράλληλη επιστροφή στις συμφωνίες του Μινσκ και την εκπόνηση μιας νέας, αμοιβαία αποδεκτής διευθέτησης για την ασφάλεια στην Ευρώπη.

Τέτοιου είδους αντιδράσεις υπάρχουν παντού, ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου οι προσπάθειες να περιγραφεί το πλήρες πλαίσιο του πώς φτάσαμε εδώ ή να εξηγηθεί στο δυτικό κοινό πώς οι πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεών του, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, συνέβαλαν σε αυτό, αντιμετωπίζονται με κατηγορίες ότι δικαιολογούν τον παράνομο πόλεμο του Πούτιν ή ότι παπαγαλίζουν την προπαγάνδα του Κρεμλίνου.

Όμως, το πρόβλημα υπερβαίνει κατά πολύ τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Απόδειξη αποτελούν οι επιστολές προς τον εκδότη των Los Angeles Times (τίτλος: «Αν νομίζετε ότι το ΝΑΤΟ είναι η πραγματική απειλή, πέφτετε στην παγίδα της ρωσικής προπαγάνδας») που καταγγέλλουν την ιδέα ότι το ΝΑΤΟ σχετίζεται με τις τρέχουσες εντάσεις ή ότι εμπλέκεται στην όξυνση αυτών των εντάσεων ως «εξωφρενικό ρωσικό ψέμα» και ως «ρωσική άποψη για το ΝΑΤΟ». Ένας κορυφαίος εμπειρογνώμονας σε θέματα προπαγάνδας, ο Πίτερ Πομεράντσεφ, μας λέει ότι το Κρεμλίνο «προωθεί την ιδέα ότι για όλα αυτά φταίει το ΝΑΤΟ, ότι φταίει η Δύση» και ότι «πολλοί άνθρωποι στη Ρωσία το πίστεψαν».

Οι καθεστωτικές καταβολές της κριτικής για την επέκταση του ΝΑΤΟ

Η ιστορία των εντάσεων της Δύσης με τη Ρωσία, με αφορμή την Ουκρανία, είναι μακρά και περίπλοκη με πολλές επικαλυπτόμενες και ανταγωνιστικές αναλύσεις. Άνθρωποι λογικοί μπορούν να διαφωνούν με λύσεις, όπως π.χ. αυτές που προτείνονται από οργανώσεις όπως το Stop the War. Αλλά η απόρριψη των αντίθετων απόψεων με το αιτιολογικό ότι αποτελούν ψέματα και προπαγάνδα προδοτών της Δύσης, απολογητών του Πούτιν και επικίνδυνων περιθωριακών ατόμων που συνεργάζονται κρυφά με το Κρεμλίνο είναι ψευδές σε σημείο που να μοιάζει με οργουελικό.

Εξάλλου, εδώ και χρόνια, αυτά είναι τα κύρια επιχειρήματα και κριτικές που διατυπώνονται από νυν και πρώην διπλωμάτες των ΗΠΑ και στοχαστές της εξωτερικής πολιτικής από όλο το πολιτικό φάσμα και προσωπικότητες από όλες τις βαθμίδες του δυτικού κατεστημένου.

Για παράδειγμα, ο Τζακ Μάτλοκ, ο οποίος διετέλεσε πρέσβης των ΗΠΑ στη Σοβιετική Ένωση υπό τον Ρόναλντ Ρέιγκαν και τον Τζορτζ Μπους -μετά από μια καριέρα δεκαετιών ως ένας από τους κορυφαίους εμπειρογνώμονες για σοβιετικά θέματα της Εξωτερικής Υπηρεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών- έγραψε, πριν την έναρξη αυτού του πολέμου, ότι «δεν θα υπήρχε καμία βάση για την παρούσα κρίση, εάν δεν είχε υπάρξει επέκταση της συμμαχίας μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου» και ότι «οι πολιτικές που ακολούθησαν οι πρόεδροι Τζορτζ Μπους, Μπαράκ Ομπάμα, Ντόναλντ Τραμπ και Τζο Μπάιντεν συνέβαλαν να φτάσουμε σε αυτό το σημείο». Ο Μάτλοκ είχε ζητήσει διπλωματική λύση για να αποφευχθεί ο πόλεμος, κυρίως όσον αφορά τις διαπραγματευτικές απαιτήσεις της Μόσχας και την απόφασή της να τραβήξει σκληρή γραμμή στην επέκταση του ΝΑΤΟ, λέγοντας ότι «αυτό που απαιτεί ο Πούτιν είναι εξαιρετικά λογικό».

Ο Στίβεν Γουόλτ, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Χάρβαρντ και αρθρογράφος του Foreign Policy, διατύπωσε ένα παρόμοιο επιχείρημα, προβληματιζόμενος με το γεγονός ότι, ενώ οι δυτικές χώρες αποκλείουν το ενδεχόμενο να πολεμήσουν για λογαριασμό της Ουκρανίας, «η διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ (και συνεπώς η θέση του ΝΑΤΟ συνολικά) δεν έχει μετακινηθεί καθόλου στο κεντρικό ζήτημα που χωρίζει τις δύο πλευρές», δηλαδή τη σχέση της Ουκρανίας με το ΝΑΤΟ. Στηλίτευσε την «ασπρόμαυρη θεώρηση της κατάστασης στην Ουκρανία», σύμφωνα με την οποία «οι δηλωμένες ανησυχίες της Ρωσίας δεν έχουν καμία απολύτως νόμιμη βάση και η μόνη νοητή δυτική απάντηση είναι η άρνηση παραχωρήσεων».

Ο «ρεαλιστής» στοχαστής και συνάδελφος του Γουόλτ, Τζον Τζ. Μερσχάιμερ, διατυπώνει αυτή την άποψη εδώ και χρόνια, επικρίνοντας τους δυτικούς αξιωματούχους ότι προσπαθούν συνεχώς να φέρουν την Ουκρανία στην τροχιά τους, οδηγώντας τη Ρωσία να λάβει δραστικά, παράνομα αντίμετρα. Πρόσφατα δήλωσε στο New Yorker ότι πιστεύει πως «όλα τα προβλήματα σε αυτή την υπόθεση άρχισαν πραγματικά τον Απρίλιο του 2008», όταν ο Μπους έκανε την περιβόητη ανακοίνωσή του για την Ουκρανία και τη Γεωργία, παρά το γεγονός ότι η Μόσχα κατέστησε σαφές ότι «το έβλεπε ως υπαρξιακή απειλή και εκεί τέθηκε το όριο». Ο Μερσχάιμερ απέρριψε την ιδέα ότι ο Πούτιν είναι αποφασισμένος να κατακτήσει μια ευρύτερη περιοχή της Ευρώπης για να αποκαταστήσει τη Ρωσική Αυτοκρατορία ή τη Σοβιετική Ένωση, ως ένα επιχείρημα που «επινοήθηκε» από «το κατεστημένο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα» και πιστεύει ότι το Κίεβο μπορεί να καταλήξει σε κάποιου είδους modus vivendi με τη Μόσχα.

Ο Σάμιουελ Σαράπ, ειδικός σε θέματα Ουκρανίας στην RAND Corporation (μια δεξαμενή σκέψης που πρόσκειται στο Πεντάγωνο και δημιουργήθηκε αρχικά από την πολεμική αεροπορία), υποστήριξε ότι αυτό που, στις αρχές Φεβρουαρίου ήταν απλώς η ουκρανική «κρίση», αποτελεί «ένα σύμπτωμα της ανεξέλεγκτης επιτυχίας [της Ουάσινγκτον]» μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Υποστήριξε ότι «η Ρωσία, είναι προδιαγεγραμμένο να συγκρουστεί ξανά με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους της για το καθεστώς αυτών των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών, εκτός εάν όλες οι πλευρές μπορέσουν να συμφωνήσουν σε μια αμοιβαία αποδεκτή ρύθμιση για την περιφερειακή τάξη».

Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο City University of New York, Ρατζάν Μένον, και το πρώην μέλος του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Τζορτζ Μπους (νεότερου), Τόμας Γκράχαμ, σε κοινό άρθρο τους στο Politico, τον Ιανουάριο, προέτρεψαν τους Αμερικανούς αξιωματούχους να αποφύγουν τον πόλεμο «διευκολύνοντας ορισμένες από τις βασικές ανησυχίες της Ρωσίας για την ασφάλεια» και επισημοποιώντας «ένα δηλωμένο μορατόριουμ για την ένταξη της Ουκρανίας ή οποιουδήποτε άλλου πρώην σοβιετικού κράτους» στο ΝΑΤΟ, για μια περίοδο είκοσι πέντε ετών.

Επίσης, μόλις μια ημέρα πριν από την έναρξη της εισβολής, στα τελευταία σχόλιά του ο επικριτικός Ρώσος κοινωνιολόγος Γκρεγκ Γιουντίνιν -ο οποίος συνελήφθη πρόσφατα και κακοποιήθηκε βάναυσα σε αντιπολεμική διαμαρτυρία στη Μόσχα- προειδοποίησε ότι «το ΝΑΤΟ είναι σίγουρα ένας δυνητικός στρατιωτικός αντίπαλος της Ρωσίας», ότι «δεν είναι μια ειρηνική και αθώα συμμαχία» και ότι η επέκτασή του είναι «μια μη φιλική ενέργεια προς τη Ρωσία», την οποία «κάθε υπεύθυνη ρωσική κυβέρνηση πρέπει να επιδιώξει να αποτρέψει».

Ο Ουκρανός κοινωνιολόγος Βολόντιμιρ Ιστσένκο προειδοποίησε ότι γινόταν «ολοένα και πιο σαφές ότι ένας διάδοχος του Πούτιν, όσο προοδευτικός ή δημοκρατικός και αν ήταν, θα εξακολουθούσε να έβλεπε την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ ως απειλή» και ότι, ανάμεσα στις λύσεις για την διευθέτηση της κρίσης, που τότε γινόταν προσπάθεια να βρεθούν, ήταν, μεταξύ άλλων, η «αποκατάσταση ενός καθεστώτος αδέσμευτου κράτους στην Ουκρανία» και η ανατροπή της τροπολογίας του 2019, που κατοχύρωνε το στόχο της «ευρωατλαντικής ολοκλήρωσης» στο σύνταγμα της χώρας.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά ακόμα παραδείγματα: η Κατρίνα Βάντεν Χόιφελ έγραψε στην Washingt Post ότι «το ΝΑΤΟ υπάρχει τώρα σε μεγάλο βαθμό για να διαχειρίζεται τους κινδύνους που δημιουργούνται από την ύπαρξή του». Ο Τζέφρι Σακς προέτρεψε την Ουάσιγκτον, στους Financial Times, «σε συμβιβασμό του ΝΑΤΟ για να σωθεί η Ουκρανία». Ο Ανατόλ Λίβεν, ειδικός σε θέματα Ουκρανίας και καθηγητής στο King’s College του Λονδίνου, υπογράμμισε το ίδιο ζήτημα και ζήτησε επανειλημμένα λύσεις, όπως μια ουδέτερη Ουκρανία και ένα μορατόριουμ για την ένταξή της στη συμμαχία, πρώτα για να αποφευχθεί αυτός ο πόλεμος και τώρα για να τερματιστεί. Πράγματι, όταν ο Λίβεν συγκάλεσε, τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, μια ομάδα πρώην πρεσβευτών και εμπειρογνωμόνων των ΗΠΑ και της Βρετανίας,  συναίνεσαν στο ότι «η ρωσική κυβέρνηση δεν έχει ακόμη αποφασίσει για πόλεμο» και ότι η Ουάσιγκτον «θα έπρεπε να προχωρήσει πολύ περισσότερο» από τις αρχικές απαντήσεις της στην πρώτη διαπραγματευτική προσφορά της Μόσχας.

Εκτός από τις παραπάνω αναφορές, είναι πολλά τα στελέχη του αμερικανικού κατεστημένου που προειδοποιούσαν, επί δεκαετίες, ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ θα επέφερε τελικά αυτό ακριβώς από το οποίο υποτίθεται ότι θα προστάτευε.

Πρώτος μεταξύ αυτών είναι ο Τζορτζ Κένναν, που θεωρείται ευρέως ως ο πατέρας της πολιτικής της ανάσχεσης του Ψυχρού Πολέμου, ο οποίος προφητικά προειδοποίησε, το 1997, ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς θα «πυροδοτούσε εθνικιστικές, αντιδυτικές και μιλιταριστικές τάσεις στη ρωσική κοινή γνώμη», «θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη της ρωσικής δημοκρατίας» και «θα ωθούσε τη ρωσική εξωτερική πολιτική σε κατευθύνσεις που δεν θα είναι καθόλου της αρεσκείας μας».

Επίσης, οι δεκαοκτώ πρώην διπλωμάτες, που προειδοποίησαν ότι η πολιτική αυτή κινδυνεύει «να επιδεινώσει σημαντικά την αστάθεια που υπάρχει σήμερα στην περιοχή μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας και να πείσει την πλειοψηφία των Ρώσων ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Δύση προσπαθούν να τους απομονώσουν, να τους περικυκλώσουν και να τους υποτάξουν».

Οι πενήντα διακεκριμένοι εμπειρογνώμονες εξωτερικής πολιτικής, μεταξύ των οποίων απόστρατοι αξιωματικοί, διπλωμάτες και πρώην γερουσιαστές, που υπέγραψαν επιστολή στην οποία η επέκταση του ΝΑΤΟ χαρακτηρίζεται «πολιτικό λάθος ιστορικών διαστάσεων», το οποίο «αντιτίθεται σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα» και «θα κατέληγε να ενισχύσει την αντιδημοκρατική αντιπολίτευση, να υπονομεύσει όσους τάσσονται υπέρ των μεταρρυθμίσεων και της συνεργασίας με τη Δύση, [και] να οδηγήσει τους Ρώσους να αμφισβητήσουν ολόκληρη τη μεταψυχροπολεμική διευθέτηση».

Ο σημερινός διευθυντής της CIA του Μπάιντεν, Γουίλιαμ Μπερνς, ο οποίος έγραψε από τη Μόσχα, το 1995, ότι «η εχθρότητα στην πρώιμη επέκταση του ΝΑΤΟ είναι σχεδόν καθολικά αισθητή σε όλο το εγχώριο πολιτικό φάσμα εδώ» και ότι η κίνηση αυτή ήταν «στην καλύτερη περίπτωση πρόωρη και στη χειρότερη άσκοπα προκλητική». Δεκατρία χρόνια αργότερα, ο Μπερνς θα ενημέρωνε την κυβέρνηση Μπους ότι «η είσοδος της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ είναι η πιο φωτεινή από όλες τις κόκκινες γραμμές για τη ρωσική ελίτ (όχι μόνο για τον Πούτιν)» και ότι «σε περισσότερα από δυόμισι χρόνια συνομιλιών με τους βασικούς ρωσικούς παράγοντες», «δεν είχε συναντήσει ακόμη κανέναν που να βλέπει την Ουκρανία στο ΝΑΤΟ ως κάτι διαφορετικό από άμεση πρόκληση για τα ρωσικά συμφέροντα». Μόλις πριν από δύο χρόνια, ο Μπερνς έγραψε για το πώς «οι Ρώσοι σιγοβράζουν μέσα στη δυσαρέσκεια και στην αίσθηση μειονεκτήματος» και πώς «σιγά σιγά συσσωρεύεται μια καταιγίδα από θεωρίες περί “πισώπλατης μαχαιριάς”».

Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες, οι οποίες, σύμφωνα με την πρώην αναλύτρια των μυστικών υπηρεσιών Φιόνα Χιλ (τώρα ειδική σε θέματα Ρωσίας στο Brookings Institution), αντιτάχθηκαν όλες στην προσφορά ένταξης στο ΝΑΤΟ στην Ουκρανία και τη Γεωργία, το 2008, μόνο και μόνο για να τις παρακάμψει ο Μπους στη συνέχεια – κάτι που σήμερα θεωρείται από τους περισσότερους εμπειρογνώμονες εξωτερικής πολιτικής ως ένα βασικό σημείο καμπής στις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας, μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, και στη σχέση του ίδιου του Πούτιν με την Ουάσιγκτον.

Οι πολλές φωνές του κατεστημένου, επίσης, από τον Τομ Φρίντμαν και τον Χένρι Κίσινγκερ, μέχρι τον Ζμπίγκνιου Μπρζεζίνσκι και τον Ντάνιελ Πάτρικ, οι οποίοι άσκησαν παρόμοια κριτική στην πολιτική, εκείνη την εποχή.

Μέσα στη θέρμη του πολέμου, ξαφνικά, θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι όλα τα παραπάνω αποτελούν απλώς ανόητα και προδοτικά επιχειρήματα υποτακτικών και ακραίων εξτρεμιστών, για να υπερασπίσουν τον Πούτιν, που επινοήθηκαν μόλις τώρα για να δικαιολογήσουν την εισβολή της Μόσχας και, επιπλέον, να ενισχύσουν τη Ρωσία. Η ταχύτητα με την οποία αυτές οι ιδέες μετατράπηκαν, στη Δύση, από συμβατική επικρατούσα άποψη σε προδοτικά ψέματα και προπαγάνδα είναι σοκαριστική για να την παρακολουθήσει κανείς.

Η εξήγηση του πολέμου δεν τον δικαιολογεί

Γιατί είναι όλα αυτά σημαντικά; Πρέπει να ξέρουμε πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο, ποιές πολιτικές επιλογές, που εμείς στη Δύση είχαμε υπό τον έλεγχό μας, συνέβαλαν σε αυτό και τι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει διαφορετικά. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούμε όχι μόνο να αποφύγουμε την επανάληψη των ίδιων λαθών και να παρακολουθήσουμε μια τρομερή ιστορία να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, αλλά και να βρούμε κάποια πολιτική, μη στρατιωτική διέξοδο από αυτό που συμβαίνει τώρα και να εξασφαλίσουμε μια διαρκή σταθερότητα για την Ουκρανία και την Ευρώπη, αν όχι μακροπρόθεσμη ειρήνη.

Η ιδέα που προωθείται τώρα ευρέως ότι ο Πούτιν είναι ένας τρελός, τύπου Αδόλφου Χίτλερ, που έχει βάλει στόχο την παγκόσμια κυριαρχία και ότι η δυτική πολιτική των τελευταίων δεκαετιών δεν έπαιξε κανένα σημαντικό ρόλο στην απόφασή του να εξαπολύσει αυτή την αποτρόπαια και παράνομη εισβολή, είναι πολύ βολική. Είναι βολική για εκείνους τους δυτικούς αξιωματούχους που διαδραμάτισαν ηγετικό ρόλο σε αυτή την πολιτική, συμπεριλαμβανομένου του εν ενεργεία προέδρου των ΗΠΑ, ο οποίος ηγήθηκε της πρώτης προσπάθειας για την επέκταση του ΝΑΤΟ. Είναι βολική για τους κατασκευαστές όπλων και κάθε άλλη εταιρική βδέλλα, που τρέφεται από τις ατελείωτες παγκόσμιες συγκρούσεις. Είναι βολική για τα γεράκια του πολέμου, που θα χρησιμοποιούσαν κυνικά αυτόν τον πόλεμο για να δικαιολογήσουν απίστευτα επικίνδυνες ιδέες, όπως η μετατροπή της Ουκρανίας σε μια μόνιμη εμπόλεμη ζώνη, παρόμοιας με το Αφγανιστάν. Και, φυσικά, αποκλείει οποιαδήποτε διπλωματική διευθέτηση για τον τερματισμό αυτού του τρομερού εγκλήματος, διότι με έναν τρελό που θέλει να καταλάβει τον κόσμο, δεν μπορεί να γίνει διαπραγμάτευση.

Αν δεν κατανοήσουμε πώς η δυτική πολιτική συνέβαλε να οδηγηθούμε σε αυτή τη σύγκρουση και αν δεν εργαστούμε για να αποφύγουμε παρόμοια λάθη στο μέλλον, οι συγκρούσεις και ο πόλεμος θα είναι πάντα αναπόφευκτοι. Όπως επεσήμαναν οι παραπάνω αναφορές, η αντίθεση της Ρωσίας στην επέκταση του ΝΑΤΟ υπερβαίνει κατά πολύ τη μεμονωμένη φιγούρα του Πούτιν. Αν και όταν τελικά εγκαταλείψει την εξουσία και οι δυτικοί υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής συνεχίσουν να πορεύονται με την ίδια πολιτική -έχοντας πεισθεί από τις πολιτικές προσωπικότητες και τα μέσα ενημέρωσης που τώρα μας διαβεβαιώνουν ότι το ΝΑΤΟ δεν έχει καμία σχέση με όσα συμβαίνουν και ότι όλα αυτά είναι απλώς προϊόν της μεγαλομανίας ενός ανθρώπου- πιθανότατα θα διαπιστώσουμε ότι η ηγεσία που θα τον αντικαταστήσει δεν θα είναι λιγότερο αντίθετη, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια μόνιμη κατάσταση σύγκρουσης.

Ίσως διαφωνείτε με αυτή την ανάλυση ή με τις πιθανές λύσεις για τον τερματισμό αυτού του πολέμου. Έχετε κάθε δικαίωμα να το κάνετε. Όμως, η απονομιμοποίηση των απόψεων με συκοφαντίες και δολοφονίες χαρακτήρων, ακόμη και η διαπόμπευσή τους ως εγκληματικές, είναι μια εξωφρενική και σοκαριστική συμπεριφορά, που ενέχει τον κίνδυνο να επαναληφθούν μερικά από τα πιο επαίσχυντα επεισόδια της ιστορίας, όπως η καταστροφική πολεμική φρενίτιδα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, το κυνήγι μαγισσών του Μακαρθισμού στη δεκαετία του 1950 και η καταστολή και οι καταχρήσεις του Πρώτου Κόκκινου Τρόμου (2), της δεκαετίας του 1920 και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Η προσπάθεια να εξηγηθεί ο ρόλος της δυτικής εξωτερικής πολιτικής στην υποδαύλιση της τζιχαντιστικής τρομοκρατίας δεν δικαιολογεί ούτε αθωώνει τη θηριωδία που διαπράχθηκε στις 11 Σεπτεμβρίου. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο η Συνθήκη των Βερσαλλιών συνέβαλε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν δικαιολογεί ούτε αθωώνει τις εισβολές του Χίτλερ, που προκάλεσαν αυτόν τον πόλεμο. Πριν από δύο εβδομάδες, αυτά ήταν πράγματα αυτονόητα. Τώρα θεωρούνται, προφανώς, προδοτικά.

* Ο Μπράνκο Μάρκετιτς (Branko Marcetic) είναι εκδότης του περιοδικού Jacobin και συγγραφέας του βιβλίου Yesterdays Man: The Case Against Joe Biden (Verso, 2020). Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο Jacobin.

__________________________

Σημειώσεις

  1. America Firster, μέλος της οργάνωσης America First Committee που αντιτάχθηκε στην είσοδο των ΗΠΑ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο
  2. Ο όρος Κόκκινος Τρόμος (που ονομάζεται επίσης «παλίρροια» ή «κόκκινη απειλή») δηλώνει δύο διαφορετικές περιόδους ισχυρού αντικομμουνισμού στις ΗΠΑ: τον Πρώτο Κόκκινο Τρόμο, (1917-1920) και τον Δεύτερο Κόκκινο Τρόμο (1947-1957). Ο Πρώτος αφορούσε την εργατική σοσιαλιστική επανάσταση και τον πολιτικό ριζοσπαστισμό. Ο Δεύτερος επικεντρώθηκε στην έντονη καχυποψία για κομμουνιστές (εγχώριους και ξένους), που επηρέαζαν την κοινωνία ή διείσδυσαν στην κυβέρνηση των ΗΠΑ ή και τα δύο.
Διαβάστε επίσης

Εντουάρ Λουί: «Ενάντια στον φασισμό, θα πάω να ψηφίσω έναν υποψήφιο που μισώ βαθιά»

Τον Εντουάρ Λουί, μια από τις πιο μαχητικές φωνές υπέρ της εργατικής…

Δίκη Πολύκαρπου Γεωργιάδη: μια κακόγουστη φάρσα της «Αντιτρομοκρατικής»

Ενάμιση χρόνο πριν, την Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020, ο αγωνιστής Πολύκαρπος Γεωργιάδης…