Υπήρξε εξαρχής ένας πόλεμος (και) ορισμών. Αν για το Κίεβο επρόκειτο για αγώνα ζωής και θανάτου απέναντι στον Ρώσο εισβολέα για τη Μόσχα ο πόλεμος βαφτίστηκε «στρατιωτική επιχείρηση».

Στο ίδιο πνεύμα εξάλλου και σε μια αποθέωση της ίδιας της ειρωνείας η ουκρανική κυβέρνηση δήλωνε υπερασπιστής της δημοκρατίας την ώρα που απαγόρευε την πολιτική δράση 11 φιλορωσικών –με ό,τι σημαίνει αυτό στην παρούσα συγκυρία- κομμάτων, όσο ο Ρώσος πρόεδρος χρησιμοποιούσε τη μη συμμόρφωση των συμφωνιών του Μινσκ από την αντίπαλη πλευρά ως δικαιολογητική βάση για την καταπάτηση της ανεξαρτησίας της γειτονικής χώρας.

Ένα μήνα μετά αργότερα και με ανυπολόγιστα τα τραύματα που αυτός συνεχίζει να επιφέρει στο σώμα πρωτίστως της ουκρανικής και δευτερευόντως της ρωσικής κοινωνίας, το ερώτημα είναι ένα: ποιος κερδίζει σε αυτόν τον πόλεμο;

Μια επιστροφή στον Κλαούζεβιτς και στη διαχρονική διατύπωσή του που θέλει τον πόλεμο «συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα» μας δίνει μια πρώτη εντύπωση. Παρά τη θρυλούμενη υπεροπλία του ρωσικού στρατού, ο οποίος αναμενόταν να «καταπιεί» εντός ολίγων ημερών τον υποδεέστερο αριθμητικά ουκρανικό, προϊόντος του χρόνου κατέστη σαφές πως με τον πόλεμο να διανύει τον δεύτερο μήνα του η Μόσχα έχει αποφασίσει να χαμηλώσει τον πήχη των προσδοκιών της από την ουκρανική εκστρατεία, περιοριζόμενη στον απόλυτο έλεγχο των περιοχών του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ και της σύνδεσής τους με την Αζοφική Θάλασσα. Στον αντίποδα, ο ενισχυμένος με βαρύ οπλισμό ουκρανικός στρατός κατήγαγε σημαντικές νίκες στο βόρειο μέτωπο, όπου στρατεύματα ανακαταλαμβάνουν πόλεις ανατολικά του Κιέβου.

Η πολιτική και διπλωματική μετάφραση των στρατιωτικών εξελίξεων δεν είναι δύσκολη. Από τη μια πλευρά το Κρεμλίνο βρίσκεται σε θέση άμυνας μετά τις αποτρόπαιες αποκαλύψεις για τις θηριωδίες κατά αμάχων σε Μπούτσα και Κραματόρσκ, ενώ η ρωσική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη χειρότερη ύφεση των τελευταίων 20 ετών και Φινλανδία και Σουηδία πλησιάζουν όλο και περισσότερο στη λήψη μιας απόφασης σχετικά με την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ. Τα πράγματα δεν είναι καλύτερα για τον ουκρανικό λαό, ο οποίος καλείται να διαχειριστεί τις ανθρώπινες απώλειες, την καταστροφή μεγάλου μέρους των υποδομών της χώρας και τον εκτοπισμό του πλέον παραγωγικού τμήματος της παραγωγικής του βάσης (την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές οι εκτοπισμένοι υπερέβαιναν τα 7,1 εκατομμύρια).

Ίσως οι μόνοι κερδισμένοι της θανατηφόρας σύγκρουσης να είναι δύο. Αφενός ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος φαίνεται να ανταποκρίνεται άριστα στον ρόλο του πλασιέ των νατοϊκών συμφερόντων όσο με τη συνδρομή των δυτικών ΜΜΕ και των ευρωπαϊκών κοινοβουλίων ανακηρύσσεται σε «άνδρα της χρονιάς» και ηρωϊκό ηγέτη. Αφετέρου, η δυτική πολεμική βιομηχανία που βλέπει την Ουκρανία ως πεδίο άσκησης και επίδειξης για τα νέα της προσοδοφόρα παράγωγα, με τον λογαριασμό φυσικά να βαραίνει τους πολίτες των χωρών που θα κληθούν να συμμετάσχουν στην άκρως προσοδοφόρα αντιρωσική φρενίτιδα.

Εν τω μεταξύ η διαβόητη ρωσική αρκούδα δείχνει γερασμένη. Πέρα από την απομυθοποίηση του Πούτιν ως ανίκητου στρατηγικού μυαλού η εισβολή στην Ουκρανία αποδεικνύεται πικρό μάθημα ότι ο πόλεμος δεν διεξάγεται σήμερα τόσο σε επίπεδο μεγάλων στρατιών όσο με όρους ψηφιακά υπολογισμένης ακρίβειας. Τα βλήματα που διαπερνούν πολυκατοικίες, νοσοκομεία και θέατρα πέρα από το ότι προδίδουν την ανάγκη καταφυγής στην τρομοκρατία ως παραδοχή στρατηγικής ήττας επιβεβαιώνουν πως ο σύγχρονος πόλεμος διέπεται από την ανάγκη του συντονισμού των επιχειρήσεων στο πεδίο και σε πραγματικό χρόνο.

Είναι αυτός ακριβώς ο συνδυασμός των παραπάνω που δημιουργεί μια δύσκολη εξίσωση για την Μόσχα και τον Βλαντίμιρ Πούτιν προσωπικά. Εντός αυτής, η διάψευση των ρωσικών αυτοκρατορικών φιλοδοξιών είναι αναγκασμένη να πηγαίνει «χέρι-χέρι»  με τη διαρκή διπλωματική διαπραγμάτευση και την επιστροφή στο πεδίο της μάχης, ενίοτε με θεαματικά απάνθρωπο τρόπο. Σε αυτή τη χορογραφία μεταξύ πολιτικής και θανάτου υπάρχει ο κίνδυνος διαμόρφωσης μιας «παγωμένης» σύγκρουσης που θα διαρκεί χρόνια και οι εντάσεις θα δίνουν τη σειρά τους σε θνησιγενείς ειρηνεύσεις. Πρόκειται για ένα σενάριο εφιαλτικό για όλους, πλην των εμπόρων του θανάτου και των τζογαδόρων του εθνικισμού.

 

Διαβάστε επίσης

Εντουάρ Λουί: «Ενάντια στον φασισμό, θα πάω να ψηφίσω έναν υποψήφιο που μισώ βαθιά»

Τον Εντουάρ Λουί, μια από τις πιο μαχητικές φωνές υπέρ της εργατικής…

Δίκη Πολύκαρπου Γεωργιάδη: μια κακόγουστη φάρσα της «Αντιτρομοκρατικής»

Ενάμιση χρόνο πριν, την Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020, ο αγωνιστής Πολύκαρπος Γεωργιάδης…