Λίγες μόλις ώρες πριν ανοίξουν οι κάλπες στην Ιταλία, η Βανέσα Μπιλαντσέτι έγραψε στο Dinamo Press ένα κείμενο που εξηγεί τον εκλογικό νόμο Ροζάτο, με τον οποίο ψήφισαν οι Ιταλοί στις 25 Σεπτεμβρίου. Ο νόμος αυτός ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για το αποτρόπαιο πολιτικό σκηνικό που δημιουργεί η εκλογή Μελόνι στην Ιταλία. Όπως, όμως, εξηγεί η Μπιλαντσέτι, τα πράγματα θα μπορούσα να γίνουν ακόμα χειρότερα αν η Ακροδεξιά είχε το συσχετισμό για να επιχειρήσει μια συνταγματική αναθεώρηση απευθείας, χωρίς δημοψήφισμα.

Πηγή: Dinamo Press (24.9.2022) | Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

Πάμε να ψηφίσουμε με τον Rosatellum, τον τέταρτο εκλογικό νόμο της Δεύτερης Δημοκρατίας, ένα μεικτό σύστημα με κλειστά ψηφοδέλτια, με πολλαπλές υποψηφιότητες, με όρια εισόδου. Πώς φθάσαμε εκεί; Μια σύντομη ιστορία των ιταλικών εκλογικών νόμων, του τρόπου με τον οποίο άλλαξαν και των μεταρρυθμίσεων που δεν έγιναν.

Ο εκλογικός νόμος μεταφράζει τον αριθμό των ψήφων σε βουλευτικές έδρες. Τα εκλογικά συστήματα μπορούν να χωριστούν σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: Πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα με ένα γύρο με μια μονοεδρική εκλογική περιφέρεια, όπου κερδίζει όποιος συγκεντρώνει τη σχετική πλειοψηφία, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πλειοψηφικά συστήματα δύο γύρων σε μονοεδρικές περιφέρειες, όπου κερδίζει όποιος συγκεντρώνει στον πρώτο γύρο την πλειοψηφία των εκλογέων, και στο δεύτερο γύρο όποιος έχει τη σχετική πλειοψηφία, όπως στη Γαλλία. Τα αναλογικά συστήματα εκπροσώπησης με πολυεδρικές εκλογικές περιφέρειες, όπου δηλαδή κάθε εκλογική ενότητα εκλέγει πάνω από έναν υποψήφιο, ανάλογα με τις ψήφους που συγκεντρώνουν τα διάφορα ψηφοδέλτια. Τα πλειοψηφικά συστήματα θεωρούνται πιο σταθερά αλλά λίγο αντιπροσωπευτικά, γιατί είναι δύσκολο για τα μικρά κόμματα να εκλεγούν, και πολλές ψήφοι διασκορπίζονται, με κίνδυνο να μην έχουμε αντιπροσωπευτικές κυβερνήσεις. Ισχύει το αντίθετο για τα αναλογικά συστήματα, τα οποία είναι περισσότερο αντιπροσωπευτικά, αλλά υπάρχει κίνδυνος να δημιουργήσουν πλειοψηφίες με μικρή σταθερότητα.

Στη δική μας αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι το Κοινοβούλιο που παρέχει την εμπιστοσύνη του στην κυβέρνηση. Αυτό συνήθως συμβαίνει μετά τις βουλευτικές εκλογές. Μπορεί όμως να συμβεί και μετά από μια κυβερνητική κρίση, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια αυτής της νομοθετικής περιόδου, όπου είχαμε τρεις κυβερνήσεις με τρεις κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες πολύ διαφορετικές μεταξύ τους (Κόντε 1, Κόντε 2, Ντράγκι). Εδώ και δεκαετίες στη χώρα μας γίνεται συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο αυτά τα «κοινοβουλευτικά παιχνίδια», ή μάλλον κομματικά, θα πρέπει να μειωθούν, να γίνουν πιο διαφανή ή να εκλείψουν, προκειμένου να σχηματιστεί μια κυβέρνηση.

Από την πρώτη στη δεύτερη Δημοκρατία: ο Mattrellum

Αυτή η συζήτηση αρχίζει στα τέλη της δεκαετίας του ΄80, όταν το πολιτικό σύστημα της πρώτης Δημοκρατίας, καθηλωμένο και ρυθμισμένο για τα μοιρασιά της εξουσίας, αφού έληξαν δύο δεκαετίες αμφισβήτησης, είχε επικεντρωθεί εντελώς στον εαυτό του σε ένα παιχνίδι ανταλλαγής εδρών, μιζών και εργολαβιών. Με την πτώση του τείχους του Βερολίνου και με τον θρυμματισμό του κόσμου που ήταν χωρισμένος σε δύο μπλοκ, αυτό το σύστημα αρχίζει να παραπαίει, καθώς σφυροκοπείται από την έρευνα των Καθαρών Χεριών.

Γίνεται, έτσι, επείγουσα η ανάγκη μετασχηματισμού του ιταλικού πολιτικού συστήματος, από έναν κοινοβουλευτισμό βασισμένο σε ένα τέλειο  διττό νομοθετικό σύστημα, όπου τα δύο σώματα έχουν ακριβώς τις ίδιες εξουσίες, σε ένα σύστημα πιο «αποδοτικό», «αποτελεσματικό» και «διαφανές».

Για κάποιους αυτό σήμαινε ένα πλειοψηφικό σύστημα προεδρικού τύπου, στη βάση του αμερικανικού ή του αγγλικού μοντέλου, στο οποίο το πρωταρχικό ήταν να εξασφαλιστεί η «κυβερνησιμότητα» και η «σταθερότητα» της χώρας, λέξεις κλειδιά για τις μεταρρυθμίσεις των επόμενων χρόνων.

Αυτό είναι το πνεύμα που βρίσκεται στη βάση των δύο δημοψηφισμάτων, του 1991 και του 1993, που σηματοδότησαν το τέλος του αναλογικού εκλογικού συστήματος, που το Σύνταγμα ευνοούσε, ώστε να ανοίξει ο δρόμος προς ένα πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα. Έτσι, το καλοκαίρι του 1993, η τεχνοκρατική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Τσάμπι, ψηφίζει τον νέο εκλογικό νόμο που λέγεται Mattarellum, από το όνομα του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας.

Ένας μεικτός εκλογικός νόμος: Ο Mattarellum προέβλεπε το 75% των μονοεδρικών θέσεων με πλειοψηφικό σύστημα (κερδίζει όποιος συγκεντρώνει τη σχετική πλειοψηφία) και ένα 25% των πολυεδρικών με απλή αναλογική (οι έδρες μοιράζονται στα κόμματα αναλογικά βάσει των ψήφων τους) για να εγγυηθεί την εκπροσώπηση και των μικρότερων κομμάτων. Ο νέος εκλογικός νόμος, που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στις εκλογές του 1994, σηματοδοτεί την αρχή της Δεύτερης Δημοκρατίας.

Αυτός ο μετασχηματισμός του εκλογικού νόμου θα έπρεπε να συμβαδίζει με μια συνταγματική μεταρρύθμιση ολόκληρου του πολιτικού συστήματος, ιδιαίτερα να υπερβεί το πλήρες διττό νομοθετικό σύστημα, όμως η Επιτροπή των δύο νομοθετικών σωμάτων με επικεφαλής τον Ντ’αλέμα δεν κατέληξε πουθενά. Αυτή η «μη μετάβαση» δεν ήταν εφικτή ούτε με τις επόμενες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις: τη μεταρρύθμιση του κεφαλαίου V που έδωσε περισσότερες εξουσίες και αυτονομία στις περιφέρειες και στην τοπική αυτοδιοίκηση του 2001 (χωρίς όμως να αλλάξει τις εξουσίες της Γερουσίας) και την τελευταία μεταρρύθμιση για τη μείωση των βουλευτών, που μείωσε τους αριθμούς των εδρών της Βουλής και της Γερουσίας. Αυτό συνέβη γιατί ποτέ δεν υπήρξε μια κοινή ιδέα για το σημείο στο οποίο θα μπορούσαμε να φθάσουμε με αυτή τη μετάβαση.

Ο Mattarellum έπρεπε να συμβάλει στην ανάδειξη ενός διπολικού συστήματος εναλλαγής, όπου θα ήταν οι πολίτες αυτοί που θα επέλεγαν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα εξέφραζε την κυβέρνηση. Το 1994, πράγματι, είναι η πρώτη φορά που ο υποψήφιος για την Προεδρία του Υπουργικού Συμβουλίου αναφέρεται στο ψηφοδέλτιο.

Αυτό σηματοδοτεί και την αρχή της όλο και μεγαλύτερης σημασίας της κυβέρνησης έναντι του Κοινοβουλίου, και του πρωθυπουργού εντός της κυβέρνησης (αυτή είναι η στιγμή κατά την οποία αρχίζουμε να χρησιμοποιούμε τη λέξη Πρωθυπουργός και όχι μόνο Πρόεδρος του Υπουργικού Συμβουλίου).

Πάντως, ούτε ο Mattarellum κατορθώνει να δώσει στη χώρα την πολυπόθητη «σταθερότητα», εφόσον κάθε νομοθετική περίοδος μετράει τουλάχιστον δύο κυβερνήσεις (στην 22η νομοθετική περίοδο: κυβέρνηση Μπερλουσκόνι και Ντίνι, στην 23η νομοθετική περίοδο: κυβέρνηση Πρόντι, Ντ’αλέμα, Ντ’αλέμα 2 και Αμάτο 2, στην 24η νομοθετική περίοδο κυβέρνηση Μπερλουσκόνι 2 και Μπερλουσκόνι 3). Γίνεται προσπάθεια, στο μεταξύ, να πραγματοποιηθούν τέσσερα δημοψηφίσματα για να εξαλειφθεί το υπόλοιπο ποσοστό απλής αναλογικής του Mattarellum, χωρίς αποτέλεσμα.

Η κρίση της αντιπροσωπευτικής δημκοκρατίας: από τον Porcellum…

Το 2005, η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, ήδη σε κρίση συναίνεσης, ψηφίζει τον νέο εκλογικό νόμο, τον λεγόμενο Porcellum. Αναδομώντας όλη τη συζήτηση περί σταθερότητας και κυβερνησιμότητας, ο συνασπισμός της κεντροδεξιάς, για να αποφύγει μια ολοκληρωτική πανωλεθρία στις επόμενες εκλογές, επιστρέφει σε ένα αναλογικό πολυεδρικό σύστημα, αλλά με μια «πλειοψηφική διόρθωση», δηλαδή με ένα σημαντικό μπόνους για τον νικητή συνασπισμό, που όμως δεν ήταν ίδιο για τα δύο σώματα. Προέκυψαν κυβερνήσεις με πολύ μικρές πλειοψηφίες στη Γερουσία (η κυβέρνηση Πρόντι το 2006 και η κυβέρνηση Μπερσάνι το 2013 που δεν πήραν ποτέ μορφή λόγω του ίδιου προβλήματος).

Εδώ ξαναβρίσκουμε τα στοιχεία του σημερινού εκλογικού νόμου: τα κλειστά ψηφοδέλτια υποψηφίων που πρέπει να ψηφιστούν σε πακέτο χωρίς σταυρούς και τις πολλαπλές υποψηφιότητες, δηλαδή τη δυνατότητα να είναι κάποιος υποψήφιος σε πολλές εκλογικές περιφέρειες.

Μετά από τρεις εθνικές εκλογές και τρεις ετοιμόρροπες νομοθετικές περιόδους, το Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε το μπόνους της πλειοψηφίας που προέβλεπε ο Porcellum και επανεισήγαγε τη δυνατότητα του σταυρού. Μετά την απόφαση, περνά πάνω από ένας χρόνος συζητώντας για τον Italicum που πρότεινε ο Ρέντσι, ένα αναλογικό σύστημα με μπόνους για την πλειοψηφία, με όρια εισόδου στο κοινοβούλιο, με νομαρχιακές εκλογικές περιφέρειες με δύο γύρους, που θα κηρυχθεί και αυτό μερικά παράνομο από το Συνταγματικό Δικαστήριο, ενώ η συνταγματική μεταρρύθμιση που συνδέεται με αυτό δεν θα περάσει στο δημοψήφισμα, οδηγώντας την κυβέρνηση σε παραίτηση. Δεν θα ψηφιστεί ποτέ μαζί με τον Italicum.

Έτσι η επόμενη κυβέρνηση Τζεντιλόνι, τρίτη κυβέρνηση της 17ης νομοθετικής περιόδου, μετά από δύο αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου, αρχίζει να γράφει ένα νέο εκλογικό νόμο, που θα έπρεπε να ακολουθήσει τις «συνταγματικές αρχές της αναγκαίας αντιπροσωπευτικότητας της Βουλής και της ισότητας της ψήφου, από τη μια πλευρά, με τους πολύ σημαντικούς για τη συνταγματικότητα στόχους, της σταθερότητας της κυβέρνησης της χώρας και της ταχύτητας της αποφασιστικής διαδικασίας, από την άλλη» όπως γράφει το δικαστήριο στην απόφαση του 2017.

…Για να φτάσουμε στον Rosatellum

O Rosatellum, στη συνέχεια, ψηφίζεται με μεγάλη πλειοψηφία από το Κοινοβούλιο. Ο νέος νόμος προβλέπει ένα μεικτό σύστημα, αλλά ανατρέπει τα ποσοστά του Mattarellum,τα 5/8 των εδρών είναι πολυεδρικά και αποδίδονται σε αναλογική βάση, με κλειστά ψηφοδέλτια και με τη δυνατότητα να θέσει κάποιος υποψηφιότητα σε πολλές εκλογικές περιφέρειες, όπως προβλέπει ο Porcellum. Υπάρχει όριο εισόδου, δηλαδή για να υπάρχει πρόσβαση στην κατανομή των εδρών οι συνασπισμοί πρέπει να έχουν συγκεντρώσει τουλάχιστον το 10%, ενώ οι μεμονωμένες λίστες τουλάχιστον το 3%. Η κατανομή των εδρών για τη Βουλή είναι σε εθνική βάση, ενώ για τη Γερουσία σε περιφερειακή. Το υπόλοιπο των εδρών κατανέμεται σε μονοεδρική βάση, δηλαδή κερδίζει ο υποψήφιος που λαμβάνει τον μεγαλύτερο αριθμό ψήφων στην εκλογική περιφέρεια (146 στη Βουλή επί 400 και 67 στη Γερουσία επί 200).

Παράδειγμα: το Λάτσιο αποτελείται από δύο εκλογικές περιφέρειες, στην περιφέρεια Λάτσιο 1 (Δήμος Ρώμης και 84 Δήμοι της μητροπολιτικής περιοχής) κατανέμονται 24 έδρες, εκ των οποίων 9 μονοεδρικές και οι υπόλοιπες πολυεδρικές. Οι 9 μονοεδρικές  κατανέμονται στην περιφέρεια με βάση τον πληθυσμό, ούτως ώστε περίπου κάθε 400.000 κάτοικοι να εκλέγουν έναν βουλευτή. Έχουν συσταθεί επίσης 3 πολυεδρικές ενότητες για τις υπόλοιπες 15 έδρες, και σε κάθε ενότητα, που αποτελείται από 1.100.000 κατοίκους, κατανέμονται 5 έδρες. Άρα, όποιος κατοικεί στον Δήμο V θα ψηφίσει μαζί με τον Δήμο VII για τη μονοεδρική, αλλά για τις πολυεδρικές ενότητες θα ψηφίσει και με τους Δήμους I,II,III και  IV (το υπόλοιπο τμήμα της λίστας).

Τα ψηφοδέλτια είναι κλειστά, δεν υπάρχει σταυροδοσία, και παρόλο που πρόκειται για ένα μεικτό σύστημα, δεν είναι δυνατό να εκφράσει κάποιος ψήφο για δύο διαφορετικά ψηφοδέλτια (Σ.τ.Μ.: π.χ. σε δημοτικές εκλογές να σταυρώσει τον δήμαρχο ενός ψηφοδελτίου και να δώσει την ψήφο του σε άλλο ψηφοδέλτιο). Επίσης, εφόσον έχει μειωθεί ο αριθμός των βουλευτών, οι εκλογικές περιφέρειες διευρύνθηκαν, απομακρύνοντας τους βουλευτές από τις περιοχές τους.

Επιπλέον, αυτό συμβαίνει εξαιτίας των επιλογών των κομμάτων να θέτουν ως υποψηφίους για τις μονοεδρικές «σίγουρες έδρες» αυτούς που πρέπει να φθάσουν στη Βουλή, πολλές φορές χωρίς καμία αναφορά στις εκλογικές περιφέρειες που θα τους ψηφίσουν.

Από το 1993 έχουμε αλλάξει τέσσερις εκλογικούς νόμους, στην τελευταία νομοθετική περίοδο βιαστήκαμε να μειώσουμε τον αριθμό των βουλευτών, όμως οι κοινοβουλευτικοί κανονισμοί είναι οι ίδιοι από το 1971, και η Γερουσία δεν μεταρρυθμίστηκε ποτέ, παρά τη συζήτηση που συνεχίζεται από τη δεκαετία του ’90.

Αν το δούμε με προσοχή, το πολιτικό σύστημα και ο εκλογικός νόμος του εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο αυτή τη χώρα: μια χώρα καθηλωμένη και αναποφάσιστη για την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει. Δυστυχώς, όμως, υπάρχει ο φόβος να επιβεβαιωθεί η χειρότερη υπόθεση: μια κυβέρνηση της (ακρο)δεξιάς, που υπάρχει ο κίνδυνος να έχει τους αριθμούς που χρειάζεται για να αλλάξει το Σύνταγμα προς το χειρότερο.

Διαβάστε επίσης

Εντουάρ Λουί: «Ενάντια στον φασισμό, θα πάω να ψηφίσω έναν υποψήφιο που μισώ βαθιά»

Τον Εντουάρ Λουί, μια από τις πιο μαχητικές φωνές υπέρ της εργατικής…

Δίκη Πολύκαρπου Γεωργιάδη: μια κακόγουστη φάρσα της «Αντιτρομοκρατικής»

Ενάμιση χρόνο πριν, την Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020, ο αγωνιστής Πολύκαρπος Γεωργιάδης…