Το σκάνδαλο για την παράνομη παρακολούθηση των τηλεφώνων φτάνει στο δικαστήριο. Συνέντευξη με τον Μπέρτραντ Ρέπολτ, τον δικηγόρο που άσκησε την ποινική δίωξη κατά του Pegasus
Πηγή: https://rebelion.org/el-escandalo-por-el-control-ilegal-de-telefonos-llega-a-los-tribunales/ (21/06/2022)
Μετάφραση: Α.Λ.
Το σκάνδαλο Pegasus, που καταγγέλθηκε από ένα συλλογικό όργανο του Τύπου τον Ιούλιο του περασμένου χρόνου, θα εκδικαστεί από γαλλικό δικαστήριο. Συγκεκριμένα, το δικαστήριο του Παρισιού έκανε δεκτή την προσφυγή που κατατέθηκε από τη δικηγορική εταιρεία Bourdon et Associés κατά των κατασκευαστών του λογισμικού που επιτρέπει την παράνομη παρακολούθηση των κινητών τηλεφώνων. Σε σύντομο χρονικό διάστημα αναμένεται να διοριστεί ανακριτής που θα αναλάβει την υπόθεση.
Έτσι ανοίγει επίσημα μια από τις πιο εμβληματικές τρέχουσες υποθέσεις για να κριθεί από τη δικαιοσύνη η «κρυφή» εξουσία των υπηρεσιών πληροφοριών που κατασκοπεύουν ατιμώρητα δημοσιογράφους, πολιτικούς, κυβερνητικούς αξιωματούχους, υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ακαδημαϊκούς, συνδικαλιστές και διπλωμάτες.
Στο στόχαστρο της καταγγελίας βρίσκεται η ισραηλινή εταιρεία πληροφορικής εποπτείας NSO Group η οποία έχει στενούς δεσμούς με κυβερνητικές υπηρεσίες. Στον ιστότοπό της, η NSOGroup ορίζει ως δραστηριότητά της την προώθηση «προϊόντων που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά από κυβερνητικές υπηρεσίες πληροφοριών στο πλαίσιο της επιβολής του νόμου για την καταπολέμηση του εγκλήματος και της τρομοκρατίας»(https://www.nsogroup.com/about–us/ ).
Η περιγραφή αυτή δεν αντιστοιχεί στα στοιχεία που περιέχονται στην καταγγελία που υποβλήθηκε τον Ιούλιο του 2021 από την Forbidden Stories, μια συλλογική πρωτοβουλία ερευνητικής δημοσιογραφίας με έδρα τη Γαλλία, η οποία συντόνισε το έργο περίπου 80 δημοσιογράφων από διάφορα μέσα ενημέρωσης παγκόσμιας εμβέλειας (https://forbiddenstories.org/es/safebox–network–lanzamiento/ ). Μεταξύ αυτών ήταν οι εφημερίδες LeMonde, Le Soir και Radio France από τη Γαλλία, AristeguiNoticias και Proceso από το Μεξικό, η αμερικανική εφημερίδα The Washington Post, η αγγλική Guardian, οι εφημερίδες Süddeutsche και Die Zeit από τη Γερμανία, καθώς και οι Daraj και Haaretz από τη Μέση Ανατολή.
Το Forbidden Stories, με την τεχνική υποστήριξη του Εργαστηρίου Ασφαλείας της Διεθνούς Αμνηστίας, κατάφερε να αποδείξει ότι το λογισμικό παρακολούθησης της NSO Group, ιδίως το Pegasus, πωλείται και χρησιμοποιείται για παράνομη παρακολούθηση από πολλές κυβερνήσεις στην Ασία, Αφρική, Ευρώπη, Λατινική Αμερική και Μέση Ανατολή. Η έρευνα διαπίστωσε ότι περισσότερα από 50.000 τηλέφωνα παρακολουθούνταν με τη χρήση αυτού του spyware ή κατασκοπευτικού λογισμικού. Μεταξύ αυτών, τουλάχιστον 180 δημοσιογράφοι.
Πόλεμος κατά των δημοσιογράφων
Η παράνομη επιτήρηση και παρακολούθηση των δημοσιογράφων «μας προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία διότι αποτελεί άμεση επίθεση στην ελευθερία του Τύπου και στην προστασία των πηγών που τροφοδοτούν τις ειδήσεις», λέει ο νεαρός Γάλλος δικηγόρος Μπέρτραντ Ρέπολτ (Bertrand Repolt), ένα από τα μέλη της δικηγορικής εταιρείας Bourdon and Associates, ο οποίος είναι άμεσα υπεύθυνος για την υπόθεση κατά της NSO Group.
Την πρώτη εβδομάδα του Μαΐου, ο Ρέπολτ συμμετείχε ως παρατηρητής στο συνέδριο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δημοσιογράφων – ΔΟΔ (International Federation of Jurnalists) στο Μουσκάτ, την πρωτεύουσα του Ομάν. Η ασφάλεια των εργαζομένων στον Τύπο ήταν ένα από τα κύρια θέματα συζήτησης, ενώ 250 εκπρόσωποι συνδικάτων και ενώσεων από 90 χώρες από όλες τις ηπείρους, υιοθέτησαν ομόφωνα δύο προτάσεις σχετικά με την υπόθεση Pegasus.
Μια απο αυτές, την οποία ανέλαβε να προωθήσει το γαλλικό Εθνικό Συνδικάτο Δημοσιογράφων (SNJ), καταδικάζει τη χρήση του λογισμικού Pegasus, καλεί τα θύματα αυτής της παράνομης παρακολούθησης να «προχωρήσουν συστηματικά σε νομικές ενέργειες» και ζητά από την Εκτελεστική Επιτροπή της ΔΟΔ να εφαρμόσει όλες τις δυνατές ενέργειες, ενώπιον διεθνών οργανισμών και δικαστηρίων, «για να δοθεί τέλος σε αυτές τις πραγματικές πράξεις πολέμου κατά των δημοσιογράφων».
Η άλλη πρόταση, που προωθήθηκε από την Εθνική Ένωση Δημοσιογράφων του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας (NUJ), υποστηρίζει ότι το Pegasus είναι μόνο ένα από τα πολλά μέσα τηλεφωνικής παρακολούθησης, δηλαδή «ένα κλάσμα της βιομηχανίας τηλεφωνικής παρακολούθησης» και καλεί τη ΔΟΔ να συνεχίσει να υποστηρίζει όλες τις εκστρατείες για την ενημέρωση των δημοσιογράφων σχετικά με τους κινδύνους που διατρέχουν (από την παρακολούθηση) και να απαιτήσει διαφανή διεθνή ρύθμιση των τεχνικών παρακολούθησης με ρητή προστασία των δημοσιογράφων.
Διακυβεύεται η ίδια η δημοκρατία
Ο Μπέρτραντ Ρέπολτ, υπεύθυνος της πρώτης νομικής ενέργειας κατά του Pegasus στη Γαλλία, αναγνώρισε τη σημασία αυτών των πρωτοβουλιών που ανέλαβαν οι εκπρόσωποι περισσότερων από 600.000 δημοσιογράφων και εργαζομένων στη δημοσιογραφία που συγκεντρώθηκαν στο Ομάν. «Είναι σημαντικό να υψωθούν κριτικές φωνές από διάφορους τομείς της διεθνούς κοινότητας και να δημιουργηθεί ένα ενιαίο νομικό και πολιτικό κίνημα κατά αμφισβητούμενων μεθόδων όπως το Pegasus», δήλωσε σε αποκλειστική συνέντευξη στον συντάκτη του άρθρου. «Οι ενέργειες τόσο των δικηγόρων όσο και των ίδιων των δημοσιογράφων, αποτελούν δομικά στοιχεία για την οικοδόμηση της ίδιας πρωτοβουλίας, που επιδιώκει να θέσει τέλος σε αυτή την επιτήρηση κατά των ανδρών και γυναικών του Τύπου και να επιτύχει καταδίκες για όσους παραβιάζουν αυτές τις αρχές».
Το κίνητρο για την ομάδα των δικηγόρων τηςBourdon and Associates να αναλάβει αυτή την τιτάνια υπόθεση έγκειται στον τεράστιο σεβασμό της για τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα, τονίζει ο Ρέπολτ. «Η υπόθεση Pegasus εκφράζει τη συμπαιγνία, τις παράνομες συμφωνίες μεταξύ κρατών και ιδιωτικών εταιρειών, οι οποίες στερούνται κάθε ενδοιασμού, και αποδέχονται τη βρώμικη δουλειά της μαζικής παρακολούθησης». Σύμφωνα με τον νεαρό Γάλλο δικηγόρο, οι φορείς αυτοί γνωρίζουν ότι «το αποτέλεσμα αυτής της παράνομης παρακολούθησης είναι η καταστολή, η αποκάλυψη των πηγών των δημοσιογράφων και η λογοκρισία. Αυτή η παράνομη συμφωνία πλήττει την καρδιά της δημοκρατίας».
Η γαλλική δικαιοσύνη, εξήγησε ο Ρεπόλτ, αποδέχθηκε επίσημα την καταγγελία, γεγονός που αποτελεί ένα σημαντικό πρώτο βήμα. «Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ελπίζουμε ότι θα οριστεί ανακριτής, γεγονός που θα επιτρέψει να ξεκινήσει η διερεύνηση των γεγονότων».
Σύμφωνα με τον Μπέρτραντ Ρέπολτ, ο οποίος ειδικεύεται στα δικαιώματα της δημοσιογραφίας (όπως το δικαίωμα στην εργασία, η ελευθερία του Τύπου, η αποζημίωση για συκοφαντική δυσφήμιση, τα δικαιώματα των ανεξάρτητων δημοσιογράφων και η ρήτρα επίκλησης λόγων συνείδησης, μεταξύ άλλων), μόλις οριστεί ανακριτής, αρχίζει μια νομική διαδικασία – τα θύματα, οι πολίτες και η ίδια η Pegasus μπορούν να εμφανιστούν ενώπιον του δικαστή για να ζητήσουν περαιτέρω έρευνα, γνωμοδότηση εμπειρογνωμόνων και κατάθεση των θυμάτων. Το αίτημα αυτό, υποστηρίζει ο Ρέπολτ, δεν μπορεί να απορριφθεί αυθαίρετα από τον δικαστή.
Ενδεχομένως, εάν η διαδικασία προχωρήσει, όπως αναμένεται από το γραφείο Bourdon & Associates, είναι πιθανό να προκύψουν εμπόδια εάν οι ισραηλινές δικαστικές αρχές επιλέξουν να μην συνεργαστούν. Η συνεργασία αυτή είναι απαραίτητη δεδομένου ότι οι Γάλλοι δικαστές μπορούν να ενεργούν μόνο εντός της εθνικής τους δικαιοδοσίας. Η μη συνεργασία, θα αποτελούσε κίνδυνο για την υπόθεση αλλά θα είχε επίσης πολιτικό κόστος για τους Ισραηλινούς ομολόγουςτους. Πράγματι, εάν οι Ισραηλινοί χρειαστούν κάποια στιγμή τη συνεργασία της Γαλλίας ή άλλων ευρωπαϊκών κρατών, θα είναι πολύ δύσκολο να την αποκτήσουν. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να δρομολογηθούν παρόμοιες νομικές διαδικασίες και σε άλλες χώρες στο μέλλον. «Όσο περισσότεροι είμαστε, τόσο ισχυρότερη θα είναι η πίεση στις ισραηλινές δικαστικές αρχές και, επομένως, τόσο πιο δύσκολη θα είναι μια πιθανή άρνηση να συνεργαστούν».
Ο στόχος των Γάλλων εναγόντων είναι σαφής: να επιτύχουν μια συγκεκριμένη ποινική κύρωση, με ποινές φυλάκισης για τους υπεύθυνους και να επιτύχουν αποζημιώσεις για τα θύματα. Γνωρίζουν, βέβαια, ότι η διαδικασία μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια.
Παρά το γεγονός ότι θεωρείται μια νομική διαδικασία «αιχμής» (στην οποία θα μπορούσαν να προστεθούν στο μέλλον παρόμοιες πρωτοβουλίες σε άλλες χώρες όπου ο Τύπος έχει πληγεί από το ίδιο σκάνδαλο), η πιθανότητα επιτυχίας τρέφει το νομικό επάγγελμα. Υπάρχουν ενδιαφέροντα και ενθαρρυντικά προηγούμενα, εξηγεί ο Μπέρτραντ Ρέπολτ, και αναφέρεται στην υπόθεση που προώθησε, το 2008, η Διεθνής Διαφάνεια της Γαλλίας (Transparency Internacional Francia) και η ΜΚΟ Sherpa με τη νομική υποστήριξη της εταιρείας Bourdon andAssociates. Στην περίπτωση αυτή, καταγγέλθηκαν τα παράνομα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησαν στη Γαλλία οι ηγεμόνες της Ισημερινής Γουινέας (https://transparency–france.org/supports/presse/#.YqmENXbP3IU).
Μετά από δέκα χρόνια εντατικής δικαστικής διαμάχης, η πρώτη δίκη για την υπόθεση των παράνομων κερδών πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι από 19 Ιουνίου – 5 Ιουλίου 2017. Ο Τεοντόριν Ομπιάνγκ (Teodorin Obiang), αντιπρόεδρος της χώρας αυτής, ήταν ύποπτος ότι είχε συγκεντρώσει μια σημαντική περιουσία στη Γαλλία με δημόσιο χρήμα από την πατρίδα του. Στις 27 Οκτωβρίου 2017, το Ποινικό Δικαστήριο του Παρισιού εξέδωσε την απόφαση: φυλάκιση τριών ετών με αναστολή, πρόστιμο 30 εκατομμυρίων ευρώ και δήμευση όλωντων περιουσιακών του στοιχείων που κατασχέθηκαν στη γαλλική επικράτεια, η αξία των οποίων εκτιμάται ότι υπερβαίνει τα 150 εκατομμύρια ευρώ. Ήταν η πρώτη φορά που υψηλόβαθμος ξένος αξιωματούχος καταδικάστηκε στη Γαλλία για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της υπεξαίρεσης δημόσιου χρήματος και της διαφθοράς.
«Έχουμε νομικά μέσα. Ο νόμος μας προσφέρει μια στήριξη για να προωθήσουμε σήμερα την υπόθεση εναντίον της Pegasus», και γι’ αυτό προωθούμε αυτή την πρωτοβουλία, καταλήγει ο Μπέρτραντ Ρέπολτ.
Όλα τα μέσα για την προστασία του έργου των δημοσιογράφων αποκτούν τη δική τους σημασία. Αυτό διαβεβαιώνει το Forbidden Stories, το οποίο όχι μόνο δημοσιεύει επιτυχημένες έρευνες, αλλά και προωθεί νέες, στοχευμένες πρωτοβουλίες προστασίας (https://forbiddenstories.org/es/protege-tus-historias/).
Στις 3 Μαΐου, με την ευκαιρία της Παγκόσμιας Ημέρας Ελευθερίας του Τύπου, το Forbidden Stories εγκαινίασε επίσημα το δίκτυο SafeBox, το οποίο επιτρέπει στους δημοσιογράφους που απειλούνται να διατηρούν τις ευαίσθητες πληροφορίες τους ασφαλείς μέσω αυτού του νέου παγκόσμιου δικτύου. Σε περίπτωση απαγωγής, φυλάκισης ή δολοφονίας ενός δημοσιογράφου, το Forbidden Stories και άλλες συνεργαζόμενες οργανώσεις θα μπορούν να συνεχίσουν τις έρευνές τους και να τις διαδώσουν σε διεθνές επίπεδο.